Εισαγωγή Introduction
ophioussa.com
 

 

Σε λιγότερο από 50 χρόνια, η Τήνος και τα Κάτω Μέρη πήδηξαν από το Μεσαίωνα, στο θαυμαστό καινούργιο κόσμο. Από την Τήνο πριν το 1960 μένουν οι αναμνήσεις που σε λίγο θα έχουν γίνει παραμύθια και μετά, σιγά-σιγά, θα χαθούν, αντικείμενα μόνο ελάχιστων λαογράφων ή ιστορικών.

Πριν το 1960, η Τήνος ήταν μία σχεδόν αυτάρκης οικονομική οντότητα. Η οικονομία της ήταν βασικά αγροτική, με λίγη βιοτεχνική δραστηριότητα και εμπόριο που κάλυπταν τις εσωτερικές ανάγκες. Στα Έξω Μέρη υπήρχε από τότε το μάρμαρο.

Τα Κάτω Μέρη ήταν γεωργική περιοχή. Είχε περισσότερα, μεγαλύτερα και πιο επίπεδα χωράφια και περισσότερα τρεχούμενα νερά. Η αγροτική οικονομία βασιζόταν στο κριθάρι, τα αμπέλια, τα σύκα, τα ελάχιστα καλοκαιρινά προϊόντα, όσπρια, λίγο λάδι, και πρωτόγονη κτηνοτροφία. Η τυπική οικογένεια είχε μία ή δύο αγελάδες, λίγα πρόβατα ή λίγα κατσίκια, λίγες κότες και ένα χοίρο. Τα λίγα γεωργικά πλεονάσματα πήγαιναν στα Έξω Μέρη και στην Χώρα, από μεσαιωνικά μονοπάτια, που υπάρχουν μέχρι σήμερα αν και ένα ένα σβήνουν.

Τα μονοπάτια περνάνε από πηγές, ερειπωμένους οικισμούς, πρωτοχριστιανικές εκκλησίες, ανεβοκατεβαίνουν λαγκάδια ψάχνοντας για περιβόλια με “δικαίωμα νερού”, συγκλίνουν σε
ανεμόμυλους, συναντούν “ελληνικάρια” απόδειξη ότι τούτα εδώ τα ταπεινά δρομάκια είναι αρχαίοι δρόμοι και η περιοχή κατοικημένη από πολύ παλιά.

Η ζωή μέχρι την δεκαετία του 60 ήταν δύσκολη και αμείλικτη: Αν έβρεχε, είχες κριθάρι. Αν έκανε ζέστη, “αλώνευγες”. Αν είχε λίγο αέρα, λίχνιζες. Αν φυσούσε, άλεθες. Αν κουβαλούσες φρύγανα ή καλάμια, ζύμωνες. Πολλά “αν” που “αν” έβγαιναν σωστά, έτρωγες … ειδεμή, πεινούσες εσύ και τα παιδιά σου.

Το αμπέλι ήταν η ανακούφιση του κρασιού, τα λίγα μετρητά από το μούστο, το πετιμέζι αντί για ζάχαρη. Το ρακί ήταν για τους περισσότερους λαθραίο προϊόν νυχτερινής απόσταξης σε σκοτεινά λαγκάδια. Η αγελάδα ήταν το γάλα και τα τυράκια, μετρητά από το μοσχάρι και η κινητήρια δύναμη για το αλέτρι. Τα πρόβατα ήταν για το Πάσχα, για να συμπληρώσουν το πενιχρό εισόδημα, και για το μαλλί. Όλοι φορούσαν “ράσινα” πουλόβερ και γιλέκα. Το δέρμα των κατσικιών γινόταν “ασκοί”. Τα υλικά ήταν οι πέτρες και τα εργαλεία τα χέρια. Η οικολογική συνείδηση ήταν αυτόματη ανάγκη γιατί τίποτα δεν περίσσευε.

Αν είχες κήπο, καλό αμπέλι, καλά χώματα, ήσουν πλούσιος. Οι περισσότεροι δεν ήταν. Δούλευαν μεροκάματα για λίγη ζάχαρη και λίγο άσπρο ψωμί “για τα παιδιά”. Τα κατάστιχα γεννήσεων και θανάτων λένε την τραγική ιστορία: πολλά παιδιά, παιδική θνησιμότητα, θάνατοι στη Σμύρνη, την Πόλη, ή την Αθήνα. Από πάντα οι ντόπιοι ξενιτεύονταν, τουλάχιστον για 5-6 χρόνια για να μπορέσουν να ξεκινήσουν αυτόνομη ζωή στο χωρίο. Πολλοί δεν γύριζαν. Ωστόσο η περιοχή είχε μια αυτάρκεια και μια υπερηφάνεια, παρά την μόνιμη έλλειψη μετρητών, χρημάτων.

Στα μέσα της δεκαετίας του 60 τα Κάτω Μέρη άδειασαν (όπως και πολλή από την υπόλοιπη αγροτική Τήνο). Η οικοδομή στην Αθήνα και η ζήτηση εργατικού δυναμικού τράβηξε τους ταλαιπωρημένους, περήφανους, ανεξάρτητους νοικοκύρηδες “μέσα”, στην Αθήνα. Προσδοκία χρημάτων και ελπίδα ευκολότερης, καλύτερης ζωής για τα παιδιά. Μερικοί από αυτούς γυρίζουν κουρασμένοι συνταξιούχοι, και δουλεύουν τα ξεχασμένα περιβόλια. Μόνο τα ατέλειωτα “κατ’κιά”, τα αμέτρητα πατητήρια και αλώνια και οι ξερολιθιές, που δεν έχουν φαγωθεί από τα αδέσποτα κατσίκια, μαρτυρούν ότι κάποτε εδώ είχε πολύ κόσμο. Τα παιδιά που έγιναν δικηγόροι, προγραμματιστές, δάσκαλοι, έμποροι κλπ, πλήρως ενταγμένοι στον 21ο αιώνα, κρατούν επαφή με την καταγωγή τους, στις διακοπές τους.

Λίγοι άνθρωποι έχουν μείνει ακόμα ανάμεσα στις ξερολιθιές, ήρωες του χτες, που εύχεσαι να αντέξουν για πάντα. Αυτοί, ο αέρας, η μυρωδιά από τα φρύγανα και οι κορυδαλλοί στην ερημιά μιλάνε ακόμα για την εποχή της δύσκολης αθωότητας που χάνεται.

 

 

In less than half a century, Tinos and the Catholic agricultural area known as the Kato Meri (the “Low Places”), rushed from the Middle Ages into the Brave New World. Memories from life before 1960 will soon become tales, gradually vanishing into oblivion, recalled only by rare historians and storytellers.

Until 1960, Tinos was a self-sufficient entity. Its economy was basically agricultural, with limited light manufacturing and internal commerce. The Exo Meri (the “Far-Out Places”) had marble. The Kato Meri was agricultural. It had more flatland, larger fields and water. The farm economy centered around barley, vineyards, figs, some summer produce, beans, a little olive oil and rudimentary animal tending. The typical family had two cows, a few sheep or goats, some chicken and a pig. The minimal farming surplus would follow medieval footpaths towards the Exo Meri and Hora (the “Town”) markets. The medieval paths are still visible, but they, too, are gradually slipping away into oblivion.

The paths are a fascinating reminder of the past. They go by water springs, deserted villages, early Christian churches, wander up and down ravines looking for little produce gardens with access to running water. The paths converge towards grain windmills, meet remnants of massive stone towers; all proof that the humble footpaths may be ancient highways, of
an ancient, populated and defended place.

Life through the sixties was harsh and ruthless: If it had rained, you had barley; if it was nice and hot, you could thresh it; with a mild breeze you might winnow it. If the wind blew, you would grind the grain into flour. If you had dead branches, dry shrubs and reeds, you might fire up the oven. So many “ifs” … if everything worked out right, you had food to eat, if not, you and your children would go hungry. Hunger was not unknown.

The vineyard offered solace through wine, a little cash from the excess produce and “petimezi”, a very sweet grape juice concentrate. “Raki”, a white spirit universal through the Mediterranean, was an illegal product of nocturnal distillation in hidden stills, near ravine water holes. The cow was the source of dairy protein in the form of little round cheeses, cash from the fattened calf and the driving force for the plough. Lambs were only for Easter to add to the meager annual cash earnings and for the wool which was turned into rough, itchy homespun vests. Goatskins were the universal liquid transport medium. The only available building material was stone, human hands the only tool. Ecology was automatic, as nothing could be discarded as waste.

If you had a vegetable patch, a good vineyard and decent fields, you were rich. Most were not. A day’s manual labor was for a little sugar and white bread “for the children.” The birth and death records tell the sad story of infant mortality, and deaths in Smyrna or Constantinople or Athens, places for migrant workers. Forever, the locals would emigrate for at least 5-6 years to save some cash and start a life in the village. Many never returned. Still, the area had self-sufficiency and pride, in spite of the constant shortage of cash.

In the mid 60’s, the Kato Meri emptied out, as did most of Tinos’ farmland and villages. The construction boom in Athens pulled the tired, proud, independent family men and women into the big city, with the expectation of some money and hope for an easier, better life for their children. Some have been coming back, older, tired retirees, to work the forgotten vegetable patches. Only the innumerable stone cottages, the threshing floors and the endless terraces, at least those spared by the feral goats, whisper the tales of lives past.

The children have become lawyers, computer programmers, teachers, merchants, 21st century residents, still in touch with their ancestral land, in their holidays. Few are left amidst the stone walls, heroes of yesteryear, may they last forever. They and the wind, the scent of the shrubland and the wilderness larks, tell of the era of harsh innocence that is fading away.