Prologue     Πρόλογος         Eugenie Coumantaros




These photos began as my family began. Not only in the sense that this land is my children’s heritage, that their ancestors plowed this soil whose fruits my two boys bear and whose hardships will be grafted onto my children’s souls, but in a more immediate, practical sense. As my children came into being and grew year by year, so did the extent of our journeys through the Kato Meri.

Our exploration began less than a decade ago in winter, when I was pregnant with my oldest son and would walk from our house to the white horse’s stable near the neighboring village. Although spanning not more than a couple of kilometers, this road revealed to me overgrown threshing floors, windmills abandoned to time, and fields that stretched out across the plain like patchwork, perfectly imperfectly separated by stone walls, undulating reeds, and rows of swaying cypress trees.

As my family grew, so did the tangents of our journey. Nicholas at two and George nearing his first birthday, mounted their tricycles and we headed east on our daily pilgrimage to the church of the Panagia and its cemetery just beyond. As they gazed into the flame of the candles we lit, I wondered whether their great-great-grandmother had been likewise mesmerized by the ritual of lighting a candle under this same dome. I would look around at the white stone walls and grey marble and although the church felt like a typical island church, the decorative figures inside seemed to come from elsewhere. The framed image hanging next to me depicted a Jesus kneeling, dressed as a shepherd, while two oxen pulled a plough in the background – an image that today seems so exclusively relevant to the Kato Meri.

Still heading east, the boys would pedal behind the church down the flat stretch to the cemetery, from where changing seasons would bring stunning views of Exombourgo, a giant rock formation jutting out of the mountains that cradle the southern part of the Kato Meri. Exombourgo: at times clouded over, at times ominous, at times playful beneath dancing clouds; but always a strong presence protecting the fields below it. As we traced and retraced our tricycle and then bicycle route, the villagers seemed bemused by our daily pastime; likewise, their faces and voices gradually became familiar to us -- voices and faces so imbedded in their landscape that when this generation passes, the Kato Meri will not be the same, the same as it has remained for generation after generation since medieval times.

These farmers from the “four villages” took my children under their wing and introduced the young city dwellers to the life of farm animals across the breadth of the valley: showing them how to brandish twiggy staffs and, yelling “orrrupp, orrrupp”, to direct wayward calves up narrow stone paths to graze in new pastures, how to give milk to baby lambs with one of their own milk bottles, how to milk cows or watch them mate, how to make bees dizzy with smoke before the August harvest of honey.

In late September, by the time the boys had turned three and four, we ventured further north to gather grapes, sun them, and then later stomp on them in a stone winepress. Our trips northeast revealed a mountainous land whose every possible curve had once been cultivated. Stone terrace walls hugged the contours of the mountainside, as if the farmers were engravers etching the slope onto their metal plate. In these parts, the walls which delineate the fields are punctuated by huge boulders that tower imposingly above both animal and human. One cannot help but think of an ancient time when man’s placement of stone in the earth held a deeper religious meaning.

Dotted across the northeast are threshing floors, barns, stables, and hamlets. Chapels, as if placed by a painter, stand at the furthermost point the eye can see, as if offering hope or solace at the end of the world. Where the soft slopes roll into ravines, there are scattered dovecotes, decorated with the same primitive symbols -- circles, squares, triangles -- as the outlines of the surrounding stone edifices. It was with such simple shapes that the people carved so much beauty onto their land.

As the children grew more agile and inquisitive, we traveled beyond the domain of the “four villages” into the broader Kato Meri. Majestic views from mountain peaks spread out before us, with layers and layers of pristine hills unfolding like sets on a stage, offering our souls a breathtaking expansiveness. We witnessed the changing seasons and shifting light transform the landscape. Weather, threatening to erase any trace of this land’s history, turned stone houses into monumental ruins, gears from windmills into sculpture, volcanic monoliths into chararacters in a play. Shadows carved geometric shapes onto the layer of Cycladic whitewash that has only partially disguised this medieval land.

My husband would often relate stories to our sons of the days he spent in the Kato Meri with his grandmother, her daily chores, rituals, and theories on life, and they would listen intently. Somehow the stories put into place all the things they were seeing around them, the way many of the villagers were still living. Wistfully he would tell them how all of the island was once planted with barley and of the whooshing sound that the stalks would make as they swayed in the wind. Last June, the boys harvested barley grown on our field, and, in a day that seemed to have lingered like mist from a time long ago, paced around and around the circular threshing floor, in the footsteps of their ancestors.

These photographs were taken as my children explored the world in which their father grew up, “a humble paradise” built with so few resources amidst so much adversity, whose gradual disappearance is passing unnoticed. As I see my children begin to create their own world in Tinos, I wonder what they will do with the earth and its stones, how they will work to preserve the beauty that emerged from so much harshness.

As an outsider here, I am afforded the liberty to view this “hand-made island” in a poetic sense, unscathed by the struggles that the farmers have endured for centuries. Everywhere I turn my gaze, it is the work of man that I admire, man who existed in harmony with his surroundings and who treated his land with humility and respect while still mastering it. It is with this sense of awe that I ask you too to view and preserve the beauty of the Kato Meri, wherever that Kato Meri might be for you.



Αυτές οι φωτογραφίες ξεκίνησαν όταν ξεκίνησε και η οικογένειά μου. Όχι μόνο γιατί ο τόπος αυτός είναι κληρονομιά των παιδιών μου, ο τόπος που όργωσαν οι πρόγονοί τους και που οι ιδιαιτερότητες και η νοοτροπία του χαράχτηκαν από την αρχή στη ψυχή τους, αλλά και κατά μία πιο άμεση έννοια. Όταν ξεκίνησε η ύπαρξη των παιδιών μου κι όπως αυτά μεγάλωναν χρόνο με το χρόνο, έτσι μεγάλωναν και οι αποστάσεις που περπατούσαμε στα Κάτω Μέρη της Τήνου.

Η εξερεύνησή μας ξεκίνησε πριν περίπου δέκα χρόνια, το χειμώνα, όταν ήμουν έγκυος στο μεγαλύτερο γιο μου και περπατούσα από το σπίτι μας ως το γειτονικό χωριό, προς το στάβλο με το άσπρο άλογο ... Αν και δεν πρόκειται για παραπάνω από ένα - δυο χιλιόμετρα, η διαδρομή αυτή αποκάλυπτε αλώνια πνιγμένα από αγριόχορτα, ανεμόμυλους εγκαταλελειμμένους στο χρόνο και χωράφια που εκτείνονταν σε όλη την πεδιάδα σαν μία αρμονική, ασύμμετρη σύνθεση, φτιαγμένη από περιβόλια που τα χώριζαν ξερολιθιές, καλαμιές και σειρές από κυπαρίσσια.

Όταν ο Νικόλας ήταν δύο ετών και ο Γιώργος πλησίαζε τα πρώτα του γενέθλια, ανέβαιναν στα ποδηλατάκια τους και κατευθυνόμασταν ανατολικά για την καθημερινή μας βόλτα στην εκκλησία της ‘Κοίμησης’ και στο νεκροταφείο του χωριού λίγο πιο πέρα. Τα παιδιά προσήλωναν το βλέμμα τους στη φλόγα των κεριών που ανάβαμε κι εγώ αναρωτιόμουν αν και η προ-προγιαγιά τους γοητευόταν με τον ίδιο τρόπο από το άναμμα των κεριών, κάτω από το θόλο αυτής της ίδιας εκκλησίας. Παρατηρούσα γύρω μου τους άσπρους πέτρινους τοίχους και το γκρίζο μάρμαρο και μολονότι η εκκλησία έδειχνε σαν μια τυπική νησιώτικη εκκλησία, οι αγιογραφίες της έμοιαζαν να προέρχονται από αλλού. Ακόμα και οι εικόνες θύμιζαν την αγροτική ζωή στα Κάτω Μέρη.

Τα αγόρια περνούσαν με τα ποδήλατα πίσω από την εκκλησία στην ευθεία για το νεκροταφείο, απ’ όπου η εναλλαγή των εποχών πλαισίωνε στο Εξώμβουργο, έναν σχηματισμό βράχων που ξεχωρίζει από τα βουνά που αγκαλιάζουν τα Κάτω Μέρη. Το Εξώμβουργο: άλλοτε συννεφιασμένο κι άλλοτε απειλητικό, άλλοτε πάλι παιχνιδιάρικο κάτω από χορευτά κι ανάλαφρα σύννεφα, μα πάντα, μια αιώνια και ισχυρή παρουσία που προστατεύει τα περιβόλια που απλώνονται κάτω του.

Καθώς παίρναμε ξανά και ξανά τον ίδιο δρόμο με τα ποδήλατα, οι χωρικοί έμοιαζαν σαστισμένοι με την καθημερινή μας ενασχόληση. Σιγά-σιγά τα πρόσωπα και οι φωνές τους μας έγιναν οικεία – φωνές και πρόσωπα τόσο χαρακτηριστικά, που όταν αυτή η γενιά περάσει, τα Κάτω Μέρη δεν θα είναι πια ίδια, ίδια όπως έχουν παραμείνει από γενιά σε γενιά από τους μεσαιωνικούς χρόνους έως σήμερα.

Αυτοί οι αγρότες από τα ‘τέσσερα χωριά’ έδειξαν στα παιδιά μου τη ζωή των ζώων των αγρών στο πλάτος όλης της κοιλάδας. Τους έδειξαν πώς να κραδαίνουν λεπτά ραβδιά και να κατευθύνουν τα ζώα πάνω στα στενά πέτρινα μονοπάτια προχωρώντας από χωράφι σε χωράφι, πώς να ταΐζουν τα νεογέννητα αρνάκια με ένα από τα δικά τους μπιμπερό, πώς να αρμέγουν τις αγελάδες, πώς να ζαλίζουν τις μέλισσες με τον καπνό πριν από την αυγουστιάτικη συγκομιδή του μελιού.

Ύστερα από μερικά χρόνια, προς το τέλος Σεπτεμβρίου κι όταν πια τα αγόρια είχαν γίνει τριών και τεσσάρων ετών, πήγαμε πιο βόρεια για να μαζέψουμε σταφύλια, να τα απλώσουμε στον ήλιο κι αργότερα να τα πατήσουμε στο πατητήρι. Οι εκδρομές μας στα βορειοανατολικά αποκάλυψαν ένα ορεινό τοπίο του οποίου κάθε πιθανή καμπύλη είχε κάποτε καλλιεργηθεί. Πέτρινες πεζούλες αγκάλιαζαν τις γραμμές του βουνού, σαν οι αγρότες να ήταν χαράκτες που σκάλιζαν την πλαγιά πάνω σε μεταλλική πλάκα. Σ’ αυτά τα μέρη, στις ξερολιθιές που οριοθετούν τα χωράφια παρεμβάλλονται μεγάλες πέτρες που δεσπόζουν επιβλητικά ψηλότερα από ανθρώπους και ζώα. Αναπόφευκτα ανατρέχει κανείς στα πολύ παλιά χρόνια, όταν η θέση των λιθαριών που επέλεγαν οι άνθρωποι είχε ένα βαθύτερο θρησκευτικό νόημα.

Σκορπισμένα στη βορειοανατολική μεριά υπάρχουν αλώνια, αχυρώνες, στάβλοι, και χωριουδάκια. Παρεκκλήσια, σαν από ζωγράφου χέρι βαλμένα, στέκονται στο πιο μακρινό σημείο που μπορεί κανείς να δει, προσφέροντας παρέα εκεί, στην άκρη του κόσμου. Εκεί όπου ήμερες πλαγιές κατρακυλούν σε χαράδρες, βρίσκονται διάσπαρτοι περιστεριώνες, διακοσμημένοι με τα ίδια γεωμετρικά σύμβολα – κύκλους, τετράγωνα, τρίγωνα – όπως το περίγραμμα των πέτρινων κτισμάτων τριγύρω. Με αυτά τα λιτά σχήματα οι άνθρωποι χάραξαν τόση ομορφιά στον τόπο τους.

Καθώς τα παιδιά γίνονταν όλο πιο ευκίνητα και φιλοπερίεργα, ταξιδέψαμε πέρα από τα ‘τέσσερα χωριά’ στα ευρύτερα Κάτω Μέρη. Μεγαλειώδη τοπία απλώθηκαν μπροστά μας από τις βουνοκορφές, σειρές και σειρές λόφων ξεδιπλώνονταν σαν σκηνικά θεάτρου, ανοίγοντας διάπλατα τη ψυχή μας. Είδαμε την αλλαγή των εποχών και το φως να μεταμορφώνουν το τοπίο. Ο καιρός, απειλώντας να εξαφανίσει κάθε ίχνος της ιστορίας αυτού του τόπου, μετέτρεπε πέτρινα σπίτια σε μνημειώδη ερείπια,  τα ξύλινα γρανάζια των μύλων σε έργα γλυπτικής, ηφαιστειογενή λιθάρια σε ανθρώπινες μορφές. Σκιές λάξευαν γεωμετρικά σχέδια πάνω στον κυκλαδίτικο ασβέστη, που μόνο μερικά είχε καταφέρει να συγκαλύψει το πρόσωπο αυτής της μεσαιωνικής γης.

Συχνά ο άντρας μου έλεγε στους γιους μας ιστορίες από τον καιρό που είχε περάσει στα Κάτω Μέρη με τη γιαγιά του, για τις καθημερινές δουλειές, τις ρουτίνες και τις φιλοσοφίες της και τα αγόρια τον άκουγαν με προσοχή. Μερικές φορές οι ιστορίες έδιναν νόημα σε όλα αυτά που έβλεπαν γύρω τους, στον τρόπο που ζούσαν ακόμη πολλοί χωριανοί. Τους μιλούσε για το νησί που κάποτε ήταν όλο σπαρμένο με κριθάρι και για το πώς σφύριζαν τα σπαρτά όταν φυσούσε ο άνεμος. Πέρυσι τον Ιούνιο, τα αγόρια μάζεψαν το κριθάρι που φυτέψαμε στο δικό μας χωράφι και, αυτά βάδιζαν γύρω-γύρω στο αλώνι, στα ίχνη των προγόνων τους.

Φωτογράφησα τα Κάτω Μέρη ενώ τα παιδιά μου εξερευνούσαν τον κόσμο όπου μεγάλωσαν οι πρόγονοί τους, ‘έναν ταπεινό παράδεισο’ φτιαγμένο με ελάχιστα υλικά μέσα σε τόσες αντιξοότητες, που η σημερινή σταδιακή του εξαφάνιση περνά απαρατήρητη. Καθώς κοιτάζω τα παιδιά μου να αρχίζουν να δημιουργούν το δικό τους κόσμο στην Τήνο, αναρωτιέμαι τι θα κάνουν με τη γη και τις πέτρες της, τι θα κάνουν για να διαφυλάξουν την ομορφιά που αναδύθηκε μέσα σε τόση τραχύτητα.

Σαν ‘ξένη’ σε αυτόν τον τόπο, θέλησα να αποτυπώσω τη μοναδικότητα αυτού του ‘χειροποίητου νησιού’ με ποιητική διάθεση, ασύνδετη με τους αγώνες που επί αιώνες έδωσαν εδώ οι χωρικοί. Όπου κι αν κοιτάξω, θαυμάζω τα έργα του Ανθρώπου, του Ανθρώπου που έζησε σε αρμονία με το περιβάλλον του, που το αντιμετώπισε με ταπεινότητα και σεβασμό ενώ κατόρθωσε να το τιθασεύσει. Με αυτή την αίσθηση δέους, ζητώ κι από εσάς να διαφυλάξετε την ομορφιά που έχουν τα Κάτω Μέρη, οπουδήποτε στη γη κι αν βρίσκονται για εσάς αυτά τα ‘Κάτω Μέρη’.